«Η ΓΥΝΗ ΝΑ ΦΟΒΗΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Μικροαστική ανατοµία

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

ΘΕΑΤΡΟ ΚΙΒΩΤΟΣ

Εχω συχνά αναφερθεί στο νεοελληνικό θεατρικό υβρίδιο που στα χρόνια που εµφανίστηκε χαρακτηρίστηκε από την κατεστηµένη κριτική «φαρσοκωµωδία».
Εχω προσπαθήσει να αποδείξω πως ο εύστοχος αυτός όρος δεν είναι κατ’ ανάγκην δηλωτικός ενός θεατρικού φαινοµένου απαξιωµένου και φτηνού. Εν πρώτοις η εποχή που εφευρέθηκε και καθιερώθηκε, αµέσως µετά την απελευθέρωση και κυρίως εν µέσω του απαίσιου εµφυλίου πολέµου, ήταν µια εποχή απαγορεύσεων, λογοκρισίας, εξοριών, εκτελέσεων και µαζικής αποδηµίας παραγωγικών εργατικών χειρών.

Οι νεοέλληνες συγγραφείς λίγο πριν από τον πόλεµο και µέσα στις αισιόδοξες, λίγες, µέρες µετά την Κατοχή έγραψαν έργα κοινωνικής κριτικής τολµηρά και διαλεκτικής οξυδέρκειας. Ο Ρούσσος µε τον «Πρωτευουσιάνο» µίλησε για τον µαϊµουδισµό, ο Ψαθάς µε τον «Φον Δηµητράκη» µαστίγωσε τους αιώνιους συµβιβασµένους, προδότες, λαµόγια και µωροφιλόδοξους πολιτικούς. Ο Τσεκούρας µε το «Αν δουλέψεις θα φας» έκανε ανελέητη σάτιρα του µεγαλοαστικού και µικροαστικού συνδρόµου. Ο Τσιφόρος µε την «Πινακοθήκη των ηλιθίων» ανέλυσε ακόµη και µε ψυχαναλυτικά εργαλεία την ερωτική συµπεριφορά. Αλλά και τα «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» (το ανέβασε ο Κουν) και «Οι Γερµανοί ξανάρχονται» των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου µίλησαν µε τίµια γλώσσα για τα εσωτερικά δεινά και τα αυτοκαταστροφικά σύνδροµα.

Ο Εµφύλιος και τα έκτακτα µέτρα, η λογοκρισία και ο µικροαστικός κοµφορµισµός, τα κατηχητικά σχολεία και η συντηρητική εκπαίδευση ως συνοδά φαινόµενα µιας αυταρχικής εξουσίας, υποχρέωσαν τους συγγραφείς, για να επιβιώσουν αλλά και να γλιτώσουν εξορίες και απολύσεις, να αρχίσουν µε πανούργες στρατηγικές και ελιγµούς αλεπούς να συγκροτούν µια θεµατική και µια θεατρική κριτική που να ακροβατεί στις παρυφές του νόµου.

Ο «Φον Δηµητράκης», ο «Πρωτευουσιάνος», «Οι Γερµανοί ξανάρχονται» δεν ήταν φάρσες.

Ηταν καραµπινάτες κωµωδίες ηθών και καταστάσεων. Από την άλλη, ο 19ος αιώνας και ο 20ός είχαν εµπλουτίσει την ελληνική δραµατουργία µε έξοχες φάρσες, είδος δόκιµο και καθιερωµένο στο ευρωπαϊκό θέατρο κι αυτό µε βάσεις και αφετηρία, πριν από τον Φεντώ, τον Μολιέρο. Ο Λάσκαρις, ο Κοροµηλάς, ο Καπετανάκης, ο Ξενόπουλος, ο Καγιάς, ο Ιωαννόπουλος είχαν δώσει δείγµατα της καλπάζουσας φαρσικής ρυθµοποιΐας. Οι συγγραφείς λοιπόν της δύσκολης αδιέξοδης εποχής πάντρεψαν τα δύο αταίριαστα είδη, την κωµωδία ηθών και καταστάσεων και τη φάρσα και χωρίς παπά και κουµπάρο τούς ώθησαν να γεννήσουν νόθο τέκνο, που όπως όλα τα µπάσταρδα είναι ανθεκτικό και πανέξυπνο: τη φαρσοκωµωδία. Ο Γιώργος Τζαβέλλας είναι ένας πρωτοπόρος και ιδιοφυής κατασκευαστής αυτού του απολαυστικού νόθου επινοήµατος της ανάγκης.

Και θα έλεγα τόσο πέτυχε η συνταγή, ώστε το είδος αυτό νοµιµοποιήθηκε, κατέστη κληρονόµος και γέννησε γνήσια τέκνα και γεννά έως τις ηµέρες µας.

Ο Τζαβέλλας το 1959 παρέδωσε στον Μεγάλο Λογοθετίδη το «Και η γυνή να φοβήται τον άνδρα», µια καραµπινάτη κωµωδία ηθών µε φαρσικό καµβά. Ο Λογοθετίδης υπήρξε ο ρας της σκηνής που έδωσε κύρος από την πρώτη του εµφάνιση στο υβριδικό νήπιο. Ηθοποιός µε κλασική θεατρική παιδεία αλλά και πεί ρα στη φάρσα δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη, ήξερε να ισορροπεί πάνω στο τεντωµένο σκοινί, να δηµιουργεί τύπους αναγνωρίσιµους κοινωνικά αλλά να σκάβει και να βρίσκει χρυσάφι χαρακτήρων, ακόµη και γνήσια συγκίνηση στα έργα που του παρέδιδαν οι έλληνες συγγραφείς. Οπως συνέβη πάντα στην ιστορία του κωµικού θεάτρου (από τον Μολιέρο και τον Σαίξπηρ έως τον Τσέχωφ, τον Σο και τον Πιραντέλο, αφήνω τον Φεντώ κ.τ.λ.) οι κωµικοί δραµατουργοί έγραφαν πάνω στα κωδικά δόκιµα τεχνάσµατα γνωστών κωµικών ηθοποιών. Ο Λογοθετίδης διέπλασε τον τύπο του µικροαστού Ελληνα, του δειλού, του ερωτιάρη, του τσιγκούνη, του ευκολόπιστου, του αφελούς, του προδοµένου αλλά και του καπάτσου.

Ο Τζαβέλλας µε οίστρο, έξοχη γραφή και αξιοθαύµαστη λιτότητα µέσων έγραψε µια κωµωδία ηθών όπου ο µικροαστικός γάµος εξαντλείται στα καθέκαστά του, κρίνεται, ανατέµνεται και αποµυθοποιείται. Ο τρόπος που ο Τζαβέλλας διαχειρίζεται το θέµα της γυναίκας ως µαιτρέσας, ανύπαντρης ερωµένης, συζύγου είναι σχεδόν αντιπροσωπευτικό µιας ολόκληρης έως σήµερα, φοβάµαι, ανδρικής νοοτροπίας.

Το έργο αυτό, παρότι έγινε και κινηµατογραφικό από τον ίδιο τον συγγραφέα, ούτε γέρασε ούτε εξάντλησε το ενδιαφέρον του και ως µορφή και ως περιεχόµενο και είναι προς τιµήν του Γιάννη Μπέζου που αποφάσισε να πλουτίσει την προσωπική του πινακοθήκη και µ’ αυτόν τον τυπικό χαρακτήρα του µικροαστού τυραννίσκου συζύγου.

Σκηνοθετώντας τον θαυµάσιο θίασό του δίδαξε νεοελληνικό σκηνικό ήθος, ρυθµό της καθηµερινής µας λαλιάς, τη µουσική και την κινησιολογία του µέσου έλληνα, ένα µέγα επίτευγµα της γενιάς του µεταπολεµικού µας θεάτρου, συγγραφικής και υποκριτικής.

Ο Μουσικός και ο χειρονοµηµένος Λόγος.

Συγκίνηση και ανθρωπιά

Ο Γιώργος Πάτσας έκτισε κυριολεκτικά ένα αντιπροσωπευτικό τυπικό καθιστικό παλιού ετοιµόρροπου νεοκλασικού και σχεδίασε έξοχα, λιτά και αναγνωρίσιµα κοστούµια.

Ο Μπέζος στον κεντρικό ρόλο κάνει, νοµίζω, τον καλύτερο ρόλο του στο νεοελληνικό τουλάχιστον ρεπερτόριο. Οι κωµικοί ηθοποιοί έχουν συνήθως µια αναγνωρίσιµη µανιέρα, τον προσωπικό τους κώδικα και καλά κάνουν. Ο Μπέζος όµως στον Αντωνάκη ξεπέρασε την απαίτηση του κοινωνικού τύπου, έφτιαξε χαρακτήρα, είχε ρίζες και συνέπεια.

Η Ναταλία Τσαλίκη (Ελένη) έδωσε βάθος, συγκίνηση και ανθρωπιά, χωρίς να πέσει στην παγίδα του µελό. Λιτή, καίρια, ευθύβολη και συνταρακτική στην πληγωµένη της αξιοπρέπεια.

Ο Ορκόπουλος, ο Ψυχογιός, ο Στόλλας, ο Κανέλλος και ο συνεχώς ανερχόµενος Μπούρας σχεδίασαν αξιοσηµείωτους στην ακρίβειά τους τύπους. Η Καπνά, η Σιδερά, η Κουρούπη γελοιογράφησαν µε µέτρο και οίστρο τις γυναικείες φιγούρες. Η Παπαγεωργίου (Παγώνα) έχει τσαγανό και η Δρούκα (Μπεµπέκα), αν και υπερέβαλε ως καρικατούρα, ισορρόπησε µε επιθεωρησιακά εχέγγυα. Το έργο εµπλουτίστηκε µε τραγούδια θαυµάσια που συνέθεσε η Δηµ. Γαλάνη σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου. Το έργο δεν νοθεύτηκε, γιατί ως καµβάς έρχεται από τις κωµωδίες µετ’ ασµάτων του Κοροµηλά, του Καπετανάκη, του Σκόκκου. Τα χορογράφησε σεµνά η Δάφνη Σταυροπούλου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: