«ΧΡΥΣΟΣ ΔΡΑΚΟΣ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Η χαρά της µίµησης

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010 «Τα Νέα»

Τον «Χρυσό Δράκο» του Σιµελπφένιχ ανέβασε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου η Κατερίνα Ευαγγελάτου
Είναι πλέον κοινόµυστικό πως η δραµατουργική παραγωγή περνάει µεγάλες φτώχειες στην εποχή µας. Εξ ου και τα µεταµοντερνιστικά τερτίπια που ανατρέχοντας στο δραµατουργικό παρελθόνανασκολοπίζουν τα κλασικά και τα νεοκλασικά κείµενα, για να δηλώσουν τάχα µου ότι τους αλλάζουν φωτισµό ενώ τους αλλάζουν τα φώτα, και ηπλειονότητα των νέων κειµένων που µηέχοντας να αφηγηθούν µια πρωτότυπη ιστορία λένε κοινότοπα πράγµατα µε τη χρήση µεικτών µέσων.

Πάντα η διέξοδος σε εποχές ξηρασίας πρωτότυπων ιδεών ήταν τα παραξενίσµατα, ο εντυπωσιασµός και η δεξιοτεχνία. Σε µια εποχή που έλειψαν οι µεγάλοι συνθέτες, µας περίσσεψαν οι µεγάλοι µαέστροι, σολίστες, αοιδοί, σκηνογράφοι, χορογράφοι. ∆εν είναι η πρώτη φορά που στην παρακµή τηςδηµιουργικήςτέχνης θριαµβεύουν οι βιρτουόζοι. Ηδη οΑριστοτέλης γράφοντας την «Ποιητική» του ωςνεκροψία της τραγικής τέχνης που έχει πεθάνει στην εποχή του, δηλώνει πωςστα χρόνιατου «µείζωδύνανται υποκριταί τωνποιητών». Θιασώτης των µίµων και των βεντετών.

Αρα, οι εποχές του εντυπωσιασµού και της πρωτοτυπίας. Σκεφθείτε ότιθεωρούµε «καινοτοµίες» σήµερα πως ο Σοφοκλής ανέβασε τον αριθµό των µελών του Χορού από δώδεκα σε δεκαπέντε και εισήγαγε τον τρίτο υποκριτή, ενώ στόλισε το µόνιµο χτιστό σκηνικό µε κάποιες υποτυπώδεις ζωγραφιές! Και να σκεφθεί, πιθανόν, κανείς πως αυτές οι πρωτοβουλίες οφείλονταν γιατί στην εποχή του είχαν γίνει και περισσότεροι και πλουσιότεροι οι υποχρεούµενοι σε χορηγία αθηναίοι πολίτες. Αρα, οι καινοτοµίες είχαν εξωκαλλιτεχνικά αίτια!

Και τι δεν εφευρίσκουν σήµεραοι δραµατουργοί για να εντυπωσιάσουν, να προκαλέσουν και να ερεθίσουν το ευάριθµο κοινό πουθεατρίζεται πλέον στη ∆ύση.

Ιδού ο γερµανός δραµατουργός ΡόλαντΣιµελπφένιχ. Θέλει να σχολιάσει µε τον τρόπο του θεάτρου το σηµερινό διεθνοποιηµένο κοινωνικό και πολιτικό και οικονοµικό φαινόµενο των οικονοµικών κυρίως µεταναστών, από τις φτωχές χώρες της Ασίας και της Αφρικής στα καπιταλιστικά και πριν από λίγα χρόνια πλούσια καταναλωτικά δυτικά κέντρα. Σκέφθηκε, «σε ποιο χώρο νατους τοποθετήσω ώστε να φανεί περισσότερο η αντίθεση φτώχειας – πλούτου, χορτασιάς – πείνας, πολυτέλειας – πενίας – λιτότητας;».Σε ένα ακριβό εστιατόριο όπου οι πλούσιοι καικορεσµένοι δυτικοί αστοί καταφεύγουν για να γευτούν νέες, πρωτότυπες και άγνωστες συνταγές και γεύσεις. Αρα, πυρήνας του έργουτου ανατολίτες (Κινέζοι, Βιετναµέζοι, Ινδονήσιοι) µετανάστες µάγειροι και γκαρσόνια σε έθνικ ινδο-βιετναµ-ινδονησιακό εστιατόριο. Ευφυές εύρηµα! Ο,τι πιθανόν οι δύστυχοι αυτοί άνθρωποι θεωρούν πατροπαράδοτη κουλτούρα τους γευστική και δεν µπορούν να την χαρούν στη γενέθλιαγη τους, να τη σερβίρουν στους µατσωµένους µεγαλοαστούς, ενώ οι ίδιοι καταναλώνουνχάµπουργκερ και τσιπς στα ταχυφαγεία!

Αν ο Σιµελπφένιχ είχε στη διάθεσή του θίασο ανδρών και γυναικών για να υποδυθούν τους είκοσι και πλέον ρόλους της πλοκής του και ανέβαινε ως µια ρεαλιστική αφήγηση όπου να διεκτραγωδείται το δράµα των µεταναστώνστα δυτικά καπιταλιστικά κέντρα, θα βλέπαµε ένα πασίγνωστο και πιθανόν µελό σίριαλ. Ενας µικρός µετανάστης χωρίς άδεια παραµονής που δεν µπορεί να πάει σε γιατρό πεθαίνει από αιµορραγία. Ενα ζευγάρι άγαµο που δεν µπορεί να αντιµετωπίσει µια ξαφνική εγκυµοσύνη. Ενας µικροαστός έµπορος που εκµεταλλεύεται αδήλωτες ξένες γυναίκες ως πόρνες. Ενας γεροντάκοςπλήττων που θα ήθελε να έχει βιώσει αλλιώςτην πορεία του στη ζωή κ.τ.λ. Αφήνω τις πολυταξιδεµένες αεροσυνοδούς που πλήττουν αφόρητα και δεν έχουν να πουν τίποτε µεταξύ τους.Αδιέξοδα της πλησµονής, αδιέξοδα της έλλειψης. Αδιέξοδη πλουτοκρατία, αδιέξοδοι µπουρζουάδες, αδιέξοδο προλεταριάτο! Αντίο, Μαρξ!

Τι σκαρφίστηκε για να κάνει ο γερµανός συγγραφέας το τηλεοπτικό του σενάριο; Τρεις άνδρες και δύο γυναίκες να παίξουν τουςείκοσι και πλέον ρόλους, αλλά οι άνδρες να παίξουν τις γυναίκες και οι γυναίκες τους ανδρικούς ρόλους.

Πριν από εκατό χρόνια, ο γερµανός σκηνοθέτης Οτο Μπραµ κήρυσσε τον ατόφιο νατουραλισµό µε το µότο: «Νααποθεατροποιήσουµε το θέατρο». Εκατό χρόνια µετά, ο µεταµοντερνισµός επιστρέφει στην κοµέντια ντελ άρτεκαι κηρύσσει: «Ακρα θεατροποίηση και κυρίωςτης πραγµατικότητας». Ετσι στο τέλος του πολιτισµού της ∆ύσης το θέατρο ξαναπαίζει τις κουµπάρες. Σε ένα έξοχο διήγηµά του ο Μπόρχες αφηγείται πως ένας Αραβας στην Ισπανία που µεταφράζει την «Ποιητική» του Αριστοτέλη δεν µπορεί να αντιληφθεί την έννοια της µιµήσεως διότι στους σηµιτικούς λαούς η µίµηση, το «παντός οµοίωµα», είναι απαγορευµένη. Και όµως, λέειο Μπόρχες, δεν βλέπει πως κάτω απότο µπαλκόνι του δύο γειτονόπουλα έχουν χαράξει στο χώµα ταόρια ενός σπιτιού και παίζουν τις κυρα κουµπάρες, για να αντιληφθεί το µιµητικό παιχνίδι.

Ο Μπρεχτ εξάλλου επιθυµούσε τα έργατου να παίξουν ερασιτέχνες για να καµώνονται τους ρόλους και να µην προσπαθούννα ταυτιστούν. Ο Ζενέ ζητούσε τους «Νέγρους» του να τους παίξουν λευκοί ηθοποιοί. Παλιό λοιπόν το κόλπο.

Αρα, ένα ανέβασµα αυτού του µαρξιστικού σχολίου πάνω στην κοινωνία τού σήµερα για να κρατήσει το ενδιαφέρον χρειάζεται δεξιοτεχνία, ρολίστες που θα γλεντήσουν τη µεταµόρφωση και θα καµωθούν εµφανώς διάφορους ρόλους, όπως παίζουν τα παιδιά τους γέρους και οι γύφτικες µαϊµούδες τη Βουγιουκλάκη πώς βάφεται!

Κουτάλες, χύτρες, τηγάνια…

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου στη «Νέα Σκηνή» του Εθνικού Θεάτρου γύρισε ξανά, όπως απαιτούσε η συνθήκη, το θέατρο στο πατάρι της κοµέντια. Μόνο εικαστικό στοιχείο, τα αναγκαία αξεσουάρ – εργαλεία για τη δράση (κουτάλες, τανάλιες, χύτρες, τηγάνια κ.τ.λ.) και ενδυµατολογική σκευή ράκη ενδυµασιών και αξεσουάρ(κασκόλ – ποδιές – καπέλα – µπουκάλια κ.τ.λ.).

Με τους τέσσερις ταλαντούχους ηθοποιούς της έπαιξε κυριολεκτικά τις κουµπάρες –και δεν αστειεύοµαι καθόλου. Ο Αριστοτέλης δενδογµάτιζε ότι «ο άνθρωπος είναι φύσει µιµητικόνζώον»; Και δεν συµπλήρωνε ότι χαίρεται «επί τοις µιµήµασιν»;

Η Φιλαρέτη Κοµνηνού, ο Νίκος Χατζόπουλος, ο εύελπις νέος Νικόλας Αγγελής, ο ∆ηµήτρηςΠαπανικολάου και ο θηλυκός κλόουν Εύη Σαουλίδου χάρηκαν µε τις µεταµορφώσεις τους και εµείςχαρήκαµε που χαίρονταν και χαίρονταν, ελπίζω, που χαιρόµαστε.

Ο «Χρυσός ∆ράκος» του Σιµελπφένιχ έδωσε στην Ευαγγελάτου την ευκαιρία να δείξει, µε τη συνωµοσία των ηθοποιών της, ότι το θέατρο είναι ό,τι ακριβώς έλεγε πως είναι ο Λόπε ντε Βέγα: «Ενα σανίδι και ένα πάθος» (πάθηµα).

Οταν οι ποιηταί ψάχνονται, ζήτω η µείζων δύναµις των υποκριτών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: