«ΑΓΓΕΛΑ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Μεταπολεμικό όνειρο και διάψευση

****«Αγγέλα» Θέατρο Σφενδόνη

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Η ιστορία λέει πως λίγα θα γνωρίζαμε για τον συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου αν δεν μεσολαβούσε ανάμεσα σε αυτόν και τη λογοκρισία της εποχής το δαιμόνιο, το αισθητήριο και το αγύριστο κεφάλι του Κάρολου Κουν.

Αυτός ο τελευταίος υπήρξε ο αποχρών λόγος για την παρουσίαση της «Αγγέλας», όπως και ο λόγος για την καθιέρωσή της σαν ένα από τα σημάδια ωρίμανσης του μεταπολεμικού μας θεάτρου.

Χωρίς αμφιβολία κρύβει μέσα της μια σπάνια δραματουργική ύλη. Και την εμφανίζει επί σκηνής με ένα παράξενο αντιστάθμισμα ανάμεσα στη χαμηλή τάξη των υπηρετριών και το πιο ψηλό σημείο των αστικών πολυκατοικιών, τις ταράτσες. Εκεί όπου οι αθόρυβες κι απρόσωπες παρουσίες του οίκου μαζεύονται για να απλώσουν την μπουγάδα του.

Από μια τέτοια ταράτσα πέφτει στην αρχή της «Αγγέλας» η αποπλανημένη υπηρέτρια Τασία και από εκεί αρχίζει να ξεδιπλώνεται η ιστορία, με φανερό πρωταγωνιστή το λούμπεν στρώμα της μετεμφυλιακής κοινωνίας και αφανή το σύστημα, που κτίζει τη μεταπολεμική ανάπτυξη στην εκμετάλλευση και τη σιωπή. Οπως είναι ευνόητο, το σημαντικό στην «Αγγέλα» δεν είναι η υπόθεσή της -που ακουμπά στο λαϊκό μελόδραμα και το ρομάντζο. Είναι που πρώτη φορά οι υπηρέτριες γίνονται πρόσωπα ενός γενικότερου δράματος που οδηγεί σε μια μεταφορά της μεταπολεμικής μας συνείδησης.

Ακολούθησα και εδώ την πεπατημένη φορά, από το έργο προς την παράσταση, αν και υποψιάζομαι ότι τα πράγματα στη Σφενδόνη βαίνουν αντιστρόφως. Η παραστασιολογική πλευρά της «Αγγέλας», που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μπίτος, βαραίνει πολύ και προηγείται, και η πρότασή του αποτελεί περισσότερο ένα σχόλιο για τη δομή, την οργάνωση και τη φόρμα της αφήγησης, παρά ένα δεξιοτεχνικό ανέβασμα του έργου. Μάλλον για καλό. Ούτως ή άλλως ο γεμάτος όρεξη αλλά άνισος θίασος είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε να σηκώσει μια περισσότερο συμβατική διδασκαλία, και σε κάθε άλλη περίπτωση το έργο θα πρόδιδε τη μελοδραματική του υφή.

Εδώ ο Μπίτος στοχεύει στο εξής: προσδοκώντας σε μια καταρχήν σωματική εμπέδωση του έργου, να το οδηγήσει ταυτόχρονα στην πιο υψίσυχνη περιοχή του: στο υπαρξιακό δράμα. Πώς το πετυχαίνει; Αφαιρώντας κι αφαιρώντας, και καταλήγοντας στον πυρήνα, στον ρυθμό, θα λέγαμε, του έργου, στην ανάσα και τη γλώσσα του. Οσοι γνωρίζουν από θέατρο ξέρουν ότι μια τέτοια επιτυχία αρκεί για να αντισταθμίσει πολλές από τις ανεπάρκειες της παράστασης. Ο Μπίτος στήνει τελικά την «Αγγέλα» σαν ορατόριο φωνών, στηριγμένος όχι στην ερμηνεία αλλά στην παρουσίαση των μορφών. Κάποια στιγμή ο θεατής έχει την εντύπωση ότι το περίγραμμα χάνεται και οι κοπέλες μοιράζονται κάτι κοινό: Αγγέλα όπως Νέρα, όπως Φανή, όπως Γεωργία…, όπως Τασία.

Βλέπω τις όποιες ατέλειες και τις παραβλέπω. Γιατί βρίσκομαι μπροστά σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες, άγριες, μυώδεις και πρωτοποριακές (για την εποχή της) και επίκαιρες (για την εποχή μας) «Αγγέλες» του ελληνικού θεάτρου. Ποιος δεν χαίρεται με ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Θα το χαιρόταν φαντάζομαι, πρώτα, ο ίδιος ο συγγραφέας. Πράγματι, ίσως τελικά εκεί βρίσκεται το μυστικό του: με αφορμή την ατομική περίπτωση αναδεικνύει έναν Χορό από φωνές αδικημένες και άγνωρες, που ζητούν δικαίωση στο τότε και εκεί, αλλά και στο παντού και πάντα.

Στο σκηνικό από σανίδες-ράμπες, που με δεξιοσύνη στήνει ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, τα πλάσματα του Σεβαστίκογλου ισορροπούν επικρεμάμενα.

Δεν είναι όμως το μόνο σκηνικό. Ενα άλλο συνθέτει η μουσική: τα ρεμπέτικα της κομπανίας παρεμβαίνουν ζωντανά και μελωδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, υπονοώντας το εσωτερικό σκηνικό μιας εποχής, τα αδιέξοδα και τις εξόδους της.

Καλές οι γυναικείες ερμηνείες: Η Γεωργία της Ειρήνης Δράκου και η Αγγέλα της Κλεοπάτρας Μάρκου, η Φανή της Λένικας Αρφάνη, η Αννα της Ελένης Ζαραφίδου και η Νέρα της Ρίτας συνθέτουν το ίδιο πλάσμα στις διάφορες εκδοχές του: άλλοτε να αγκυλώνει αμυνόμενο, όπως οι σκαντζόχοιροι. Κι άλλοτε να μένει διαφανές και ευάλωτο, στο αντιφέγγισμα μιας αγαθής ελπίδας. Πιο προβληματικές οι ανδρικές φωνές. Ο Στράτος του Νίκου Δημητρόπουλου και ο Μένιος του Βασίλη Στυλιανέση λειτουργούν αντιστικτικά και συμπληρωματικά. Οι ερμηνείες τους όμως προδίδουν έλλειψη ωριμότητας.

Το δίπολο της μεταπολεμικής ζωής μας σε πολλές εικόνες αλλά μόνο δύο πράξεις: όνειρο και διάψευση. *

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: