«ΚΟΚΚΙΝΟ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είναι δύσκολο να γίνει κανείς κυνικός με έργα σαν το «Κόκκινο» του Αμερικανού σεναριογράφου («Μονομάχος», «Aviator») και θεατρικού συγγραφέα Τζον Λόγκαν.

Υπάρχει κάτι σε αυτή την κατηγορία του «βιο-δράματος», στην οποία ανήκει το «Κόκκινο» (σύνθεση ιστορικών και φανταστικών δεδομένων στην απόδοση μιας φέτας ζωής σχετικά με κάποια ιστορική προσωπικότητα), που γεννά σε πολλούς μια σχεδόν αντανακλαστική αντίδραση. Είναι ίσως η απόσταση ανάμεσα στη σημασία του τιμώμενου και του συγγραφέα που τον προβάλλει. Ή είναι πάλι μια αίσθηση υποκρισίας: Πόσοι από τους θεατές του «Δημήτρης Χορν» έχουν έστω ακουστά τον Αμερικανοεβραίο ζωγράφο Μαρκ Ρόθκο; Πόσοι από αυτούς θα εκτιμούσαν τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό και τις εντατικές κλίμακες των πινάκων του; Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν αντιστρέψει κανείς το ερώτημα: Φαντάζεται άραγε αληθινά ποτέ κάποιος τον ζωγράφο να επικροτεί την αισθητική της παράστασης που τον παρουσιάζει; Η απόσταση ανάμεσα στο έργο του Λόγκαν και του Ρόθκο δεν βρίσκεται μόνο στην κλίμακα της ποιότητας, αλλά σε κάτι ριζικότερο και αγεφύρωτο: είναι ζήτημα καθαρού γούστου.

Το «Κόκκινο» έχει φτιαχτεί από τον Λόγκαν σαν ένα ωραίο, εκρηκτικό και δροσερό κοκτέιλ χαρακτήρων, με δόσεις αισθητισμού και ρομαντισμού, με σωστές αναλογίες πνευματώδους συζήτησης περί τέχνης και υπερνατουραλιστικών σκηνικών δραστηριοτήτων. Μέσα στο κλειστό εργαστήριό του, τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Ρόθκο εμφανίζεται σαν κάποιος βιτριολικός, ανυπόφορα εγωπαθής μισάνθρωπος, σαν ένας πνευματώδης κοζέρ, απρόβλεπτος τόσο στην ανατροπή των κλισέ όσο και στην αφελή υιοθέτησή τους. Αυτά τα τετριμμένα από τη μεριά του ανθρώπου. Γιατί από τη μεριά του καλλιτέχνη, ο Ρόθκο έχει στόχο να απαλλάξει τη ζωγραφική από την τυραννία του ακίνητου βλέμματος, να την εντάξει σε ένα σύμπαν καθαρών αντικειμένων και χρωμάτων που μεταβάλλονται ανάλογα με την εμπειρία και το βλέμμα, την περιπέτεια και τη στάση του ανθρώπου.

  • Στο ναό του υλισμού

Σωκρατικός δάσκαλος στη σχέση του με το μαθητή, πλατωνικός στη σχέση του με τον κόσμο, αφόρητα και κάπως παρωχημένα ιδεαλιστής, καλείται τώρα να συμβιβαστεί με τον εχθρό. Αυτός, ο αρχιερέας της αφαίρεσης, αναλαμβάνει -έναντι αδρότατης αμοιβής- να δημιουργήσει στο ναό του υλισμού, στο άντρο του νεοπλουτισμού, στο εστιατόριο «Τέσσερις εποχές» της Νέας Υόρκης, το δικό του ναό εκφραστικής υπέρβασης. Μάταιος αγώνας και οριστικά χαμένος. Κανείς και τίποτα δεν ενοχλεί την αστική τάξη όταν τρώει. Ετσι κι αλλιώς, την ίδια κιόλας εποχή, ανατέλλει μια νέα γενιά καλλιτεχνών που, αντί να αντισταθούν, αγκαλιάζουν τον υλικό κόσμο, συμφιλιώνονται μαζί του, κοιτούν μέσω αυτού τη δική τους εκφραστική πατρίδα.

Το έργο έχει μόνο δύο πρόσωπα, τον Ρόθκο και τον ορεξάτο αλλά απίθανα -αμερικάνικα- αδαή βοηθό του, Κεν. Ωστόσο, τα διαλεγόμενα μέρη είναι στην πραγματικότητα περισσότερα: είναι ο διάλογος του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, του κενού με την πλήρωση, του μαύρου με το κόκκινο (σαν τα βασικά χρώματα του Ρόθκο), μιας γενιάς με όλες τις προηγούμενες και με όσες ακολουθούν.

  • Αληθινή συγκίνηση

Παρά τις όσες θεωρητικές (και εύκολες) αντιρρήσεις, το «Κόκκινο» αφήνει στην πράξη την επίγευση ενός διόλου ασήμαντου έργου. Η μαστοριά είναι δεδομένη, παρμένη από το παλιό αγγλικό βουλεβάρτο, με το χτίσιμο κάθε σκηνής να ακολουθεί ευθεία κλιμάκωση μέχρι το τέλος. Ωστόσο η συγκίνηση προέρχεται και από αλλού, όχι μόνο από την τεχνητή κατασκευή. Δεν είναι, πιστεύω, ο μύθος του μεγάλου ζωγράφου που συγκινεί τόσο, όσο η απομυθοποίησή του, η ευγενική του αδυναμία να αντεπεξέλθει στο ρόλο του προφήτη, του δασκάλου και φωτισμένου.

Στην τελική σκηνή του έργου υπάρχει η κατάφαση του πεπρωμένου και η χαρά της συνέχειας, η ευγενική απόδειξη της ματαιότητας και η συνέχεια του αγώνα. Με αυτήν τη σχέση του καλλιτέχνη (ας τον πούμε, Ρόθκο) με το χαμένο κέντρο του κόσμου και της ύπαρξης, το «Κόκκινο» δημιουργεί αληθινή συγκίνηση. Εχω δει πολλά από αυτά τα «βιο-δράματα» προσωπικοτήτων: το «Κόκκινο» είναι από τα καλύτερα.

Ο Σταμάτης Φασουλής έχει πάντα την ικανότητα να μεταβάλλει τον ήρωά του σε απτή, ιθαγενή ύπαρξη. Του χαρίζει καταγωγή, χαρακτηριστικά, ύφος. Είναι άδικο να υπερτονίσουμε την υποκριτική του ταυτότητα: το ζήτημα άλλωστε δεν ήταν να μιμηθεί τον Ρόθκο – ήταν να σκιαγραφήσει με ερωτήματα το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος επωμίζεται με τον Κεν τον περίφημο αγγλοσαξονικό ρόλο του common sense. Αρχικά αμήχανος, βρίσκει στο τέλος ενέργεια να αποτινάξει τον ίσκιο του δασκάλου του. Είναι ζήτημα αν τελικά τον κατανοεί. Μαθαίνει, όμως, να βλέπει πιο καθαρά στα μυστικά του. Στο τέλος τέλος, τα χρώματα της ελπίδας και του θανάτου είναι κάτι που κάθε γενιά οφείλει να ανακαλύψει για λογαριασμό της. *

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: