«ΠΛΑΤΟΝΟΦ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΤΖΙΡΗ (ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)

 

 

 

 

 

 

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Χορογραφώντας το κενό

Το τέλμα έχει απλωθεί στα σαλόνια και στις ψυχές αυτών των ξεπεσμένων γαιοκτημόνων της προεπαναστατικής Ρωσίας, οι οποίοι, αφού ξετίναξαν περιουσία και ιδανικά σε πιοτό και κακοδιαχείριση, περιμένουν αδρανείς, αλλά λαλίστατοι και ερωτύλοι τη λύτρωση σε κάποιο «μεγάλο μπαμ» που (για την ώρα) είναι απλή εκπυρσοκρότηση, μια σφαίρα στην καρδιά του άπιστου Δον Ζουάν, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να φυτοζωούν σαν να πρόκειται μόνο για ένα μακρύ, κακό όνειρο.

Αυτά συμβαίνουν στο σπουδαίο αλλά ασυμμάζευτο πρωτόλειο ενός 18χρονου μαθητή, που γράφτηκε το 1880 και ανακαλύφθηκε άτιτλο το 1920: 250 σελίδες, 83 σκηνές, 20 ρόλοι, δύο αυτοκτονίες, δύο απόπειρες φόνου και ένας φόνος, σε έξι ώρες. Ενα ογκώδες απάνθισμα όλων των μοτίβων τής μετέπειτα τσεχοφικής δραματουργίας.

Φυσικά υπάρχουν πολλοί τρόποι για να περιγράψει κανείς την ανία και τη στασιμότητα, χωρίς σημύδες, αχνιστά σαμοβάρ, πιάνα, παλιά ρώσικα αρχοντικά, επιβλητικά σούρουπα, ρεβόλβερ, χωρίς σιωπές, φευγαλέα βλέμματα, υποδόρια ειρωνεία, υπαινιγμούς, πλάγιο χιούμορ. Η φαντασία και η ελευθερία είναι το οξυγόνο ενός ζωντανού θεάτρου. Ομως είναι αδύνατο να ζυγώσεις τον Τσέχοφ χωρίς στοιχεία της συγκλονιστικής αισθαντικότητας ενός συγγραφέα στον οποίο κεντρικό θέμα είναι η ζωή. Ενα τσούρμο διαφορετικών ανθρώπων την αποζητά στον «Πλατόνοφ» ή τουλάχιστον μιλά ακατάπαυστα γι’ αυτήν, όταν δεν τσακώνονται, φλερτάρουν ή μπεκροπίνουν. Μόνο που η ζωή βρίσκεται αλλού. Πού ακριβώς -δύσκολο να πει κανείς από τη συγκυρία του 1880, πιθανόν και του 2011.

Ξερακιανό αγόρι

Στην παράσταση του Γιώργου Λάνθιμου, το αρχικό ξάφνιασμα έχει κιόλας κατεδαφιστεί μετά 10′. Εξαρχής και με αυτοπεποίθηση ο σκηνοθέτης δείχνει πως δεν προτίθεται να σεβαστεί τα όρια του Τσέχοφ, ούτε αυτά της δικής μας συνενοχής. Αλλωστε, φαίνεται να υποδηλώνει, με τον Τσέχοφ μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Να τον περικόψουμε, να τον διασκευάσουμε (εδώ έχει ήδη συνδράμει γενναία ο Ντέιβιντ Χέαρ), να τον εκσυγχρονίσουμε, να τον λυγίσουμε, να τον σπάσουμε -αντέχει σε όλες τις σκηνοθετημένες ατμόσφαιρες και κοινωνικές προσαρμογές. Στα ναυάγια και στα όνειρα των χαρακτήρων του, ακόμη κι όταν τους έχουμε εξαφανίσει, θα αναγνωρίζουμε πάντα κατάπληκτοι τους εαυτούς μας. Ή μήπως όχι;

Στην άδεια σκηνή, με μια σειρά καρέκλες αριστερά, πολυελαίους/ανεμιστήρες και ψυγεία καντίνας στο βάθος (σκηνικά Αννα Γεωργιάδου), ο «ακαταμάχητος εραστής» παίζει μπάλα με τη γελαστή παρέα του, παραγεμισμένος με 2-3 μπαλόνια – ένα φαιδρό, παραμορφωμένο κορμί. Ο Πλατόνοφ του Αρη Σερβετάλη είναι ένα ξερακιανό, σκυφτό, άχαρο αγόρι με άχρωμη φωνή, παντρεμένο με την ταπεινή και εξίσου άχρωμη Σάσα (Ελενα Τοπαλίδου), παράδοξο αντικείμενο του πόθου παντρεμένων, χήρων και παρθένων της μικρής επαρχιακής ομήγυρης που βράζει στην πλήξη, τη μελαγχολία και το αλκοόλ.

Αυτά εικάζονται με κόπο από τους λαχανιασμένους διαλόγους που αντηχούν σαν νεκρά τσιτάτα εννέα εγγαστρίμυθων ανδρών και γυναικών σε κοστούμια και ψηλά τακούνια (κοστούμια Θάνος Παπαστεργίου, Βασιλεία Ροζάνα), που όταν δεν κάθονται ακίνητοι παρατηρώντας τους υπόλοιπους (όλοι είναι πάντα παρόντες στη σκηνή, όπου όλα συμβαίνουν δημόσια, χωρίς μυστικά), σκοτώνονται σε άσκοπα στιλιζαρισμένα πηγαινέλα πέρα από τα όρια της λογικής, κουτουλάνε κατακέφαλα σαν μοσχάρια ή ξιφομαχούν με καρέκλες, αν είναι αρσενικοί ανταγωνιστές. Μια αυτιστική ερημιά εκτός χρόνου και γεωγραφίας τείνει να μας καταβάλει. Είναι αυτός τάχα ένας καθρέφτης ημών και της εποχής μας;

Ασφαιρη πρόκληση

Ασφαιρη η πρόκληση, καθότι επί 2½ ώρες η παράσταση αγωνίζεται και πετυχαίνει να τσακίσει κάθε συγκίνηση και νόημα, να ξεφορτωθεί οτιδήποτε κάνει τον άνθρωπο ανθρώπινο. Οι χαρακτήρες, από τους πλέον αξιαγάπητους αντιήρωες του παγκόσμιου θεάτρου, είναι εδώ όλοι ίδιοι. Ρέπλικες κουρντισμένες σε εξεζητημένες καντρίλιες και χειρονομίες στο ύφος παλιών Μπομπ Ουίλσον τρικ, σε μηχανικές απόπειρες εναγκαλισμού, σπασμωδικά γέλια και μια εκφορά λόγου που δεν ξεπερνά το στάδιο με τα συννεφάκια των κόμικς. Οι, κατά τα άλλα πολύ καλοί, ηθοποιοί, ενώ μιλούν αδιάλειπτα δεν φαίνεται να βγάζουν ήχο και παρότι διαχειρίζονται πολύ κείμενο, δεν έχουν τη δυνατότητα να υποδυθούν κάτι.

Δίχως ρόλους, μονάχα με ποζάτα χορογραφημένες κινήσεις (κίνηση Αμαλία Μπένετ) που παγώνουν την αφήγηση σε διαδοχικές ταυτόσημες φωτογραφίες, η περίφημη τσεχοφική αμφισημία κωμικό/ελεγειακό, κοινότοπο/δραματικό, απελπισία/γελοιότητα έχει εξαερωθεί σε ένα συμπαγές, απροσπέλαστο θεατρικό κενό, από το οποίο αποδρούν κάποιες στιγμές ο Μάνος Βακούσης, ξεκλέβοντας πινελιές αλήθειας για τον Γκλαγκόλιεφ του, και οι Μαρία Πρωτόπαππα-Κάτια, Αγγελική Παπούλια-Αννα με τη φόρα ειλικρίνειας και αμεσότητας που τις χαρακτηρίζει. Η υπόλοιπη παρέα εκτελεί το σκηνοθετικό όραμα. Ενας κόσμος τόσο τονισμένα ακατοίκητος, ξεκομμένος από κάθε βιωματική θέρμη και διαπροσωπικό άγγιγμα, που όχι μόνο δεν μας συγκινεί, αλλά ελάχιστη σχέση έχει με ένα ζωντανό ανθρώπινο παρόν. Μια ενοχλητικά αλαζονική σκηνοθεσία. Τι μένει; Η εξόρμηση επιτέλους έξω στην αληθινή ζωή! Και οι ευχές στον «Κυνόδοντα».

Υπόλοιποι ρόλοι: Θανάσης Δήμου, Βασίλης Καραμπούλας, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αριάν Λαμπέντ. *

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: