«Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΜΟΥ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Τα πράγματα στην περίπτωση του Γκολντόνι ακολουθούν παράξενο δρόμο. Η καμπή του ως συγγραφέα και θιασάρχη προσημειώνεται με την παράδοση από μέρους του ενός μελλοντικού αριστουργήματος.

Η «τριλογία του παραθερισμού» (στην πραγματικότητα τρία αυτοτελή και σε συνέχειες έργα: η «Μανία του παραθερισμού», οι «Περιπέτειες του παραθερισμού» και η «Επιστροφή από τον παραθερισμό») είχε μέτρια επιτυχία στην εποχή της, κυρίως γιατί μπροστά σε ένα κοινό διψασμένο για διασκέδαση αντιστρέφει την πεπατημένη και προτείνει μια αποκλιμάκωση του κωμικού, από τον αρχικό παροξυσμό μέχρι τη μελαγχολία και πιο πέρα, την ανοιχτή ακύρωση της κάθε κωμικής βεβαιότητας στο φινάλε.

Θα χρειαστεί καιρός, η μεσολάβηση του Τσέχοφ, αλλά και η σκηνική ιδιοφυΐα ενός Στρέλερ για να κατανοήσουμε αυτή την πορεία. Η μανία που έχει καταλάβει τους αστούς της Βενετίας να ακολουθήσουν τους αριστοκράτες στον μακρύ, πολυέξοδο παραθερισμό τους -που δεν έχει καμιά σχέση με ξεκούραση ή χαλάρωση, αλλά με μια εξαιρετικά περίπλοκη επίδειξη κύρους- διαψεύδεται μεν, αλλά σε κανένα σημείο δεν αναιρείται. Παραμένει σαν τοξικό δηλητήριο στο αίμα της αστικής τάξης, εθισμός που δεν νικιέται παρά τις όποιες επιπτώσεις. Ενας «λάθος» έρωτας μπορεί ίσως να φέρει τα πάνω κάτω, ωστόσο το δηλητήριο παραμένει. Σαν τους τζογαδόρους, τα πρόσωπα του Γκολντόνι καταλήγουν να μη θεωρούν κρίση την αρρώστια που τα βασανίζει, αλλά την αδυναμία τους να την ικανοποιήσουν. Αναρωτιέται κανείς αν τελικά αυτό που κινεί τη δράση είναι ο γνήσιος έρωτας ή το αίσθημα του ανικανοποίητου, που για να αντιμετωπίσει την ανία βρίσκει τροφή στο αντικανονικό, στην ανατροπή και τη «δυσκολία».

Φωτεινή διδασκαλία

Δύο είναι τελικά αυτά που ανακαλύπτουμε στην τριλογία του Εθνικού: πρώτον, ότι ο Γκολντόνι κουβαλά στις αποσκευές του ένα ραβασάκι για τις έωλες σύγχρονες επιδιώξεις μας. Δεύτερον, ότι πάνω στη σκηνή διατηρεί το προνόμιο ενός θεάτρου να μην αποκαλύπτει το πότε αστειεύεται και πότε όχι, πότε ακολουθεί τους δρόμους της φάρσας και πότε προσγειώνεται στο έδαφος του δράματος. Καθώς έχει σφυρηλατηθεί με το χιούμορ του 18ου αιώνα, φέρει εντός του τη δυσπιστία για το χάσμα ανάμεσα στην πλατεία και τη σκηνή, την ελευθερία να πιστεύει πως η τέχνη του αποτελεί προέκταση του κόσμου και εικόνα του.

Προσωπικά δεν έχω δει τα τελευταία χρόνια δουλειά του Νίκου Μαστοράκη που, με όλες τις επιμέρους αντιρρήσεις, να μη φέρει το σημάδι μιας ήρεμης, φωτεινής διδασκαλίας. Στον Γκολντόνι ο Μαστοράκης ακολούθησε το δρόμο της ρώσικης εξοχής και πράγματι, από την αρχή κιόλας ο θεατής αντιμετωπίζει μια μεταφορά του ρεαλισμού του Τουργκένιεφ, του Οστρόφσκι και βεβαίως του Τσέχοφ. Αυτό στερεί προφανώς από το δραματουργό την επαφή του με την εποχή, με το είδος και τη χώρα του. Ωστόσο, δίνει στο διασκευασμένο κείμενο δύναμη, ελαστικότητα και βάρος. Με αυτόν τον Γκολντόνι κανείς δεν μπορεί να γελάσει δυνατά ή κούφια: καθώς η ευθυμία κουβαλά το βάρος της αυτοκριτικής και μια επικίνδυνη αιχμή σάτιρας, φέρνει στο νου το δίσημο χαμόγελο του Αρλεκίνου.

Αν με ρωτήσετε, θα προτιμούσα να υπήρχε στο έργο μια ιστορική πινελιά από το στιλιζάρισμα, από το σωματικό και ενδυματολογικό παιχνίδι όπου εμβαπτίζεται ο Γκολντόνι. Θα μπορούσε επίσης η παράσταση να είναι συντομότερη, ώστε να μη βαραίνει τόσο το δεύτερο μέρος της. Παραδέχομαι όμως ότι η «πασαρέλα» -την εκλαμβάνω σαν κινησιολογικό γκέστους- των προσώπων όπως και η μεταμπρεχτική απεικόνιση των κατ’ ιδίαν διαθέτουν πνεύμα και άποψη.

Χωρίς ίχνος υπερβολής

Ακόμα περισσότερο χάρηκα το σύνολο των ηθοποιών, στο οποίο συμμετέχει και ο πλέον άβολος, λόγω του κωμικού ιδιώματός του, Δημήτρης Πιατάς. Χωρίς ίχνος υπερβολής, στα ημιτόνια του κωμικού, οι ηθοποιοί συνθέτουν μια τοιχογραφία ηθών με έντονα εξωτερικά χρώματα και γκρίζο εσωτερικό. Πολλή δουλειά έχει γίνει και στον τομέα των κοστουμιών από το σκηνοθέτη: το χρώμα της Γαληνοτάτης επικρατεί και τα φροϊδικού τύπου χτενίσματα δίνουν τον τόνο. Επεξεργασμένη και καίρια η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα.

Από τους παλιότερους της διανομής, η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Δημήτρης Πιατάς χτίζουν, μαζί με τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, τη γενεαλογική αρχή της βενετικής επιπολαιότητας. Οι νεότεροι -Νίκος Ψαρράς, Εμιλυ Κολιανδρή, Γιάννος Περλέγκας, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Γεωργιάννα Νταλάρα και Γιωργής Τσουρής- αποδίδουν από κοινού και καίρια την πνοή της νεανικότητας, της φυσικότητας, να ασφυκτιά στο μανδύα της επιτήδευσης και της ανίας. Αληθινή θερμότητα διατηρούν μόνο τα σώματα των δύο υπηρετών: ο Νίκος Χατζόπουλος και η Λένα Παπαληγούρα γίνονται μαζί και οι εκφραστές της κοινής -και μάλλον δυσεύρετης- λογικής.

Τα πράγματα βαίνουν αντίστροφα. Καθώς ξεθωριάζουν τα χρώματα, ο χειμώνας φτάνει και το μακιγιάζ ξεβάφει, οι νέοι του Γκολντόνι αποκτούν ολοένα περισσότερο φως, αυτογνωσία και ευγένεια. Είναι αργά πια; *

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: