«ΤΟ ΣΠΙΤΙ» ΚΡΙΤΙΚΗ ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΑΥΓΗ Ημερομηνία δημοσίευσης: 27/03/2011

Τόπος ελευθερίας

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της κυπριακής τέχνης είναι ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μελετητής του έργου των Καβάφη, Σεφέρη, Μιχάλης Πιερής. Στο Ίδρυμα Κακογιάννη παρουσιάζεται το έργο του «Το σπίτι», σκηνοθετημένο από τον Γιώργο Μιχαηλίδη, με σκηνικά – κοστούμια της Αγνής Ντούτση και μουσική του Αντώνη Μιχαηλίδη. Το θαυμάσιο πολυτελές πρόγραμμα -97 σελ.- της παράστασης (επιλογή υλικού, επιμέλεια Ηρώ Αργυράκη) περιέχει, πλην των άλλων, μια εκτενέστατη εργογραφία του Μιχ. Πιερή.

Η υπόθεση του έργου μοιάζει απλή σε πρώτη ανάγνωση… αλλά τα φαινόμενα απατούν. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα «σκεπτόμενο» έργο ενός… παραπλανημένου πλατωνιστή στο βάθος συγγραφέα και για μια ιδιαίτερα πολύπλοκη κατασκευή, με την καλή έννοια του όρου, υψηλής δραματουργικής αξίας και προωθημένης πιραντελλικής τεχνικής, που «χτίζεται» με υλικό τις μνήμες του «συγγραφέα» και οικοδεσπότη στη διάρκεια της παράστασης. Θα έλεγα μονολεκτικά ότι πρόκειται για ένα κατόρθωμα, επειδή ο συγγραφέας «ανάγει» τον προδρομικό Πιραντέλλο μέχρι τις καλά κρυμμένες, πίσω από ένα παιχνίδι αντικριστών κατόπτρων, υπόγειες πλατωνικές του καταβολές και ρίζες, που δεν είναι πάντα εμφανείς ακόμη και στους ειδικούς. Καταργώντας -φαινομενικά- τα όρια, κάνοντας μέτοχο του παιγνίου του το κοινό.

Η σύγκρουση σε αυτό το «Σπίτι» μοιράζεται σοφά, σε δύο ζεύγη ανθρώπων με αντίθετη δραματική φόρτιση, ώστε να αποφεύγονται οι επικίνδυνες πολώσεις. Έχουμε, από τη μια μεριά, τη σύγκρουση του άνδρα και «οικοδεσπότη», που εμμένει (δικαίως από την πλευρά του) στις παραδοσιακές αξίες και υπερασπίζεται με τρόπο απόλυτο το πατρικό του σπίτι απέναντι στον εισβολέα, τον ξένο ή ντόπιο ατζέντη, μισθοφόρου της «προόδου» και πράκτορα της αντιπαροχής. Η σύγκρουση αυτή, περί του φαινομένου, γρήγορα εξαντλείται στο έργο με την πρόσκαιρη ήττα του εισβολέα (χωρίς να τελειώνει ιστορικά) και δεν είναι παρά μόνο το κέλυφος της αληθινής δραματικής, μόνιμης σύγκρουσης ανάμεσα στον άνδρα – κύριο του οίκου και στη γυναίκα. Μια σύγκρουση «περί του όντος» που έχει τέλος: την καβαφική «αισθηματοποίηση» του σπιτιού, «με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα». Κάτι που επισημαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας Πιερής σε μια συνέντευξή του: «Αυτή η αισθηματοποίηση του χώρου είναι ένα από τα σημαντικότερα, πιστεύω, πράγματα που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος στη σύντομη ζωή του…». Επειδή, σχολιάζω, κάθε σχέση με το παρελθόν χρειάζεται την αίσθηση του παρόντος. Αλλιώς ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να ζει σε μια αιώνια ψευδαίσθηση.

Η αισθηματοποίηση του χώρου με τη φαντασία και του χρόνου με τη μνήμη σημαίνουν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Η γυναίκα του έργου, μη θέλοντας να ζήσει μέσα σε ένα κενό για εκείνη, ακίνητο κέλυφος παρελθόντος, κινείται ενστικτωδώς προς αυτή τη διεύθυνση και συνδέει την αλήθεια της με τη ριζική αποδοχή του χρόνου. Η απόφαση της γυναίκας να φύγει  και του άνδρα να την αφήσει επιτρέπει και στους δύο να επανακτήσουν τη σχέση με τον αυθεντικό τους εαυτό. Το τέλος του έργου γίνεται έτσι ένας επώδυνος λυτρωτικός και ουσιώδης τόπος ελευθερίας, όχι μια μελοδραματική εμμονή σε φασματικούς και φαινομενικούς, ελευθεριακούς τύπους.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαηλίδης, μέσα στο εκπληκτικά δεμένο σκηνικό, σπίτι – νησί της Ντούτση, διάβασε σε όλο του βάθος το έργο και το ανέπτυξε μαστορικά σαν ένα δικό του, κατακτημένο παίγνιο ψέματος και αλήθειας καταφάσκοντας το τελικό του μήνυμα, που είναι ένα πιραντελλικό, μπορούμε να πούμε, παράδοξο: ότι σε έναν κόσμο με κυρίαρχα τα φαινόμενα… τότε η φαινομενικότητα του θεάτρου είναι κι αυτή φαινομενική. Άρα, η φαντασία της τέχνης μόνη δίνει νόημα και λυτρώνει τον άνθρωπο… από τα φαντάσματα που ο νους του γεννά.

Πρόκειται για τη «χειροποίητη» παράσταση ενός ανθρώπου φύσει «κατασκευαστικού», που διαπλέκει μαγικά τα πολλά επίπεδα σε ένα, δίνοντας έτσι ένα πολύτιμο «ύφασμα» γεμάτο χρώματα και σχέδια. Η καθοδήγηση και η διδασκαλία των ηθοποιών είναι έξοχες και οι φωτισμοί, του σκηνοθέτη, επί της ουσίας. Η Ντίνα Μιχαηλίδη επανέρχεται στους μεγάλους ρόλους, προικίζοντας τη «γυναίκα» με την αμεσότητα της κραυγής που απολιθώθηκε. Ο Θόδωρος Κατσαφάδος δίνει αδρά και σαν από πηλό τον σύνθετο άνδρα «οικοδεσπότη», ενώ το φινάλε του είναι σπαρακτικό. Ο Δημήτρης Καραμπέτσης γράφει σωστά τον επισκέπτη και εισβολέα στο πρώτο μέρος ως ένα εκπαιδευμένο «ρομπότ» χωρίς ανθρώπινα αισθήματα, ενώ στο δεύτερο τον φωτίζει από μέσα ο φόβος. Οι «Θεούσες», με τις έξοχες Ευαγγελία Κατσάλη και Ευαγγελία Σταματέλλου, προσφέρουν απαραίτητη κωμική αντίστιξη και οι τέσσερις «θεατές» (Άννα Κολιοφώτη, Νίκος Αναστασόπουλος, Μαρία Καρακίτσου και Ξανθή Γεωργίου) συγκροτούν ένα ισοδύναμο πιραντελλικό τετράγωνο «θεάτρου μέσα στο θέατρο».

Η πρωτότυπη μουσική του Αντώνη Μιχαηλίδη καλύπτει χωρίς να επικαλύπτει. Πότε, επιτέλους, ο ταλαντούχος αυτός συνθέτης θα αποφασίσει να βγει λίγο πιο έξω; Βοηθός σκηνοθέτη η Μαρία Πολίτη, β’ βοηθός ο Λεωνίδας Αναγνωστόπουλος, βοηθός σκηνογράφου η Κατερίνα Τσακότα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: