«FOOL FOR LOVE» ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

«Ετεροθαλές» σάπιο ερωτικό σανίδι

Ρεαλιστικές σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα μετά το ξύπνημα από το αμερικανικό όνειρο

Του Γιαννη Bαρβερη

Σαμ Σέπαρντ

Fool for love

σκην.: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Θέατρο: Κάππα

«Υπάρχει ένας καιρός που ο έρωτας
αρχίζει
κι ένας καιρός που ο έρωτας τελειώνει.
Οπως η μπαταρία σ’ ένα τρανζίστορ
που του λείπει το καλώδιο
για σύνδεση με το ηλεκτρικό.
Υπάρχει το βραχυκύκλωμα δύο
σωμάτων»
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ
«Τα γόνατα της Ρωξάνης», 1987

Ο Σαμ Σέπαρντ (1943) βυθίζει το ανατομικό του νυστέρι εκεί όπου το άφησε ο Τένεσι Ουίλιαμς χωρίς να προϋποθέτει τους νοσηρά και ερωτικά ρατέ ήρωες εκείνου. Γι’ αυτό και ο λόγος του είναι αντιποιητικότερος, ωμότερος, ερευνά περισσότερο την κοινωνική συνθήκη που εκτρέφει τη διάψευσή τους. Ρεαλιστής ως υπόβαθρο, με αποδράσεις προς μια ονειρική εκδοχή της πραγματικότητας, δεν ξεχνά τις οφειλές του στον Ουίλιαμ Φώκνερ, αλλά και στον Αρθουρ Μίλερ και στον Τζον Στάινμπεκ.

Το «Fool for love» (1982) έχει κάποια εξωτερική ομοιότητα με το «Τrue West» που έχουν ανεβάσει στην Ελλάδα ο Βουτέρης και ο Μαυρίκιος. Στο «True West» δύο αδέλφια, υπό τη σκιά ενός μέθυσου πατέρα, ξεχαρβαλώνοντας το «αμερικανικό όνειρο» μέσα από τις αντιθέσεις τους, φθάνουν στην αδελφοκτονία.

Οι εγγυήσεις της οικογενειακής εστίας στο «Fool for love» είναι προδοτικές: οι δυο, από παιδικής ηλικίας ερωτευμένοι νέοι, η Μέι και ο Εντι, αλληλοεξαρτημένοι διά βίου, τοποθετημένοι σ’ ένα ερημικό μοτέλ της νότιας Καλιφόρνιας, ξιφομαχούν σε νατουραλιστικές ερωτικές έλξεις και απώσεις, μέχρι την ακροτελεύτια φυγή του Εντι. Το όλο τραγικό της υπόθεσης είναι ότι οι δυο τους συνιστούν ετεροθαλή αδέλφια. Ομολογώ πως δεν μπόρεσα να κατανοήσω την τόσο μεγάλη καριέρα του έργου αυτού, θεατρική και κινηματογραφική. Η αλήθεια είναι ότι περιέχει δύο αβανταδόρικους ρόλους, αλλά παραμένει αναπογείωτο, όπως αρχίζει. Βέβαια, ο Σέπαρντ ομολογεί πως γράφει κομμάτια από έναν θρυμματισμένο κόσμο. Κι εμείς όμως ομολογούμε πως, όπως εκείνος αποκαλύπτει, αν στη 16η (!) γραφή, δεν προσέθετε ως παρόντα-απόντα επί σκηνής τον κοινό πατέρα, το έργο θα ’μενε κολοβό μέσα στα αμιγώς ρεαλιστικά και ψυχογραφικά του όρια. Τώρα, όσο για έναν εσμό σημειολογικής εντοπιότητας (π. χ. το «Πλύμουθ» αυτοκίνητο του γέρου, η έρημος του μοτέλ, τα άλογα και τα μέρη του σώματός τους, η ταινία που έβλεπε μικρός ο Εντι κ. λπ.) μοιάζουν να εμπλουτίζουν το τοπίο, για όποιους το εισπράττουν έτσι. Για άλλους μπορεί να ισοδυναμούν με ηθογραφικά ποικίλματα.

Η παράσταση της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου στάθηκε πιστή στο συγγραφικό πνεύμα. Ατού της η μοντερνοποιημένη έναντι των παλαιοτέρων, σωστών ελληνικών και χαρακτηριστικής αδρότητας μετάφραση του άγνωστου σε μένα κ. Χρήστου Νικολόπουλου (το αστυνομικό μου δαιμόνιο εικάζει ψευδωνυμικό μανδύα – μπορεί και να σφάλλω). Αλλο ατού, το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, ένας ρημαγμένος χώρος – ρινγκ για τα δύο αιλουροειδή, αμερικανομπαγιάτικος, έξοχος. Το ίδιο και τα κοστούμια, πρόχειρα και «σκληρά».

Τρίτο ατού, το γεγονός πως η σκηνοθέτις πυροδότησε τους ψυχισμούς στην απόλυτη ένταση, στον μαγικά ευέλικτο, καουμποΐστικο τσαμπουκά (Αλκης Κούρκουλος) και στους σεξιστικούς βρυχηθμούς ή στα προκλητικά νιαουρίσματα του θήλεος (Χριστίνα Αλεξανιάν). Πρέπει να τονίσω ότι το ζεύγος των πρωταγωνιστών χάρισε «αναβολικά» στους ρόλους με τον πυρετό του και μια άγρια ποιητική στο κείμενο. Ενας μπριλάντες ηθοποιός, ο Τάσος Γιαννόπουλος, διδάχθηκε για τον φίλο της Μέι, τον Μάρτιν, ένα πρόσωπο ναΐφ, ερωτικά ακίνδυνο, ίσως μέχρι την υπερβολή. Ωστόσο, ο ηθοποιός έδωσε ό, τι του ζήτησαν, βγάζοντας και λίγο αθώο χιούμορ. Στο κομβικό πρόσωπο του πατέρα, η Καραγιαννοπούλου ατύχησε. Νομίζω πως προέβη σε λάθος διανομή. Ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος είναι ένας στέρεος ηθοποιός και, εμφανισιακά, διέθετε την brutality που χρειαζόταν, όχι όμως και τη μεταφυσική της απροσδιόριστης φιγούρας του Ηλικιωμένου-Πατέρα, που λειτουργεί είτε ως raisonneur, είτε ως παρών-απών, είτε ως πρόσωπο ονείρου. Αυτή η έλλειψη, χωρίς να φταίει ο καλός «γήινος» ηθοποιός, σκίασε το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του έργου που, όπως είπαμε, ο Σέπαρντ προσέθεσε την δωδεκάτη ώρα. Τα ενδιάμεσα μουσικά μοτίβα της σκηνοθέτιδος βοήθησαν τη δράση και τις ατμόσφαιρες.

Τέλος, στο πρόγραμμα, ένα χρονολόγιο για τον Σέπαρντ δεν μπορεί να σταματάει το 1991 (!), επειδή μέχρι εκεί έχουμε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: