«COCK» ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

 

 

 

 

 

Αγγλικό φλέγμα και χιούμορ

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Φαντάζουν από μακριά μακάριες οι κοινωνίες που μπορούν να παίρνουν στα σοβαρά έργα όπως το «Cock». Η πρόσφατη (2009) επιτυχία του Μάικ Μπάρτλετ είναι το τελευταίο προϊόν του αγγλικού βουλεβάρτου και σαν τέτοιο μπορεί να εκμεταλλευθεί τις μέχρι τώρα κατακτήσεις του: in yer face εκτόνωση της αγγλικής -συνήθως άσφαιρης- βωμολοχίας, φάρσα και κωμωδία, με δραματουργικά δάνεια ακόμη και από τον εξπρεσιονισμό, με γερή δόση χιούμορ, άψογη τεχνική, ρυθμό και, κυρίως, με εκείνο το αναγκαίο στοιχείο κάθε ανάλογου πονήματος της μεγάλης βρετανικής σκηνής τα τελευταία διακόσια χρόνια: την προβολή μιας ιθαγένειας ανώτερης σε προβληματισμό, σε ελευθεριάζουσα και κομψευόμενη ποικιλία, ιθαγένεια ασφαλώς επίζηλη στα προβλήματα της ναρκισσευόμενης ηθικολογίας της.

Αυτό είναι το «Cock», επίτηδες αμετάφραστο στα ελληνικά, για να διατηρεί τις διάφορες σημασίες του, κυρίως όμως για να εκτοξεύσει προς το αγγλομαθές κοινό τη σοκαριστική αναφορά του στο γεννητικό μόριο του άνδρα. Η υπόθεση θυμίζει κάπως τις ανεστραμμένες κωμικές ουτοπίες, όπου η εξαίρεση υποδύεται τον κανόνα. Ετσι και εδώ, το ζευγάρι του Ανδρα (χωρίς όνομα, σαν ένα απλό «Α.» στο κείμενο) με τον «Τζον» περνάει μεγάλη κρίση όταν ο Τζον γνωρίζει, ερωτεύεται και συμπράττει ερωτικώς με μια γυναίκα (επίσης, ως «Γ.» στο κείμενο).

Ο Τζον πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει τη συμβίωση με το σύντροφό του ή θα συνεχίσει σαν «φυσιολογικός» διεκδικητής του κατεστημένου. Σαν αμλετική φιγούρα ο δόλιος, στέκει στη μέση ανάμεσα στους δυο ισχυρούς και επίμονους διεκδικητές του. Προφανώς αγαπάει το σύντροφό του αλλά και έλκεται από την ερωτική συντρόφισσά του. Η αξιότιμη φάρσα προσκαλεί τελικά τα αντίμαχα μέρη να λύσουν τις διαφορές τους σε ένα γεύμα, με την παρουσία μάλιστα του εξαιρετικά προοδευτικού, έως καχυποψίας, γονιού του Α. Εκεί όλο το αγγλικό φλέγμα και χιούμορ σερβίρεται στους συνδαιτυμόνες. Μια πραγματική κοκορομαχία, με τρόπαιο τον Τζον και τη δίσημη ταυτότητά του.

Ατομικές ελευθερίες

Γιατί ασχολούμαστε με αυτό το έργο; Πρώτον γιατί, παρά τις έξωθεν αντιρρήσεις μας, είναι πράγματι πρωτότυπο, τουλάχιστον στην όψη. Χωρίς σκηνικά, χωρίς τις τυπικές εξόδους του βουλεβάρτου, έχει μια αγριάδα εργαστηρίου, μια ωμή αντιπαράθεση λέξεων. Επειτα, είναι, πώς να το κάνουμε, διασκεδαστικότατο. Και έχει, ακόμη, μια κρυφή ιδιαιτερότητα: συνήθως τα έργα μοιάζουν σοβαρά απέξω και στο κέντρο μένουν κούφια. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο: το εξωτερικό περίβλημα κρύβει έναν σοβαρό και διόλου ευκαταφρόνητο προβληματισμό. Αφορά βέβαια την έννοια της ταυτότητας (σεξουαλικής κυρίως) που ετεροκαθορίζεται, αλλοιώνεται, διαστρέφεται, εκμαυλίζεται. Είναι από αυτή την άποψη το «Cock», όπως παρατηρεί η θεατρολόγος Τζορτζίνα Κακουδάκη στο πρόγραμμα, μια post-gay κωμωδία.

Θα συμπλήρωνα ότι ο προβληματισμός αφορά βαθύτερα την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αποφασίσει για λογαριασμό του και με δική του ευθύνη το ποιος είναι. Αβουλος και ενθουσιώδης, ο Τζον παραμένει ένα παιδί, διόλου αξιέραστος κι όμως αξιαγάπητος, ίσως γιατί έτσι δίνει δικαίωμα στους άλλους να τον διαμορφώσουν και να τον αλλάξουν. Στο τέλος, καλείται να παραδώσει την ατομική του ελευθερία, όπως συνήθως γίνεται, μέσα από καθημερινές μικρές υποχωρήσεις και αθώους συμβιβασμούς.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έδωσε μια δυναμική σκηνοθεσία του έργου χρησιμοποιώντας χάρακα για τη γεωμετρία του και μετρονόμο για τον εσωτερικό ρυθμό του. Είναι επιτυχία της πως το «Cock» γίνεται μια όλο νεύρο διεκδίκηση της ταυτότητας σε ένα υπαρξιακό ρινγκ, χωρίς να χάσει τους χυμούς, το χιούμορ και την τσαχπινιά του. Χρησιμοποιεί έξυπνα τον ορθογώνιο χώρο του θεάτρου: απομακρύνει τα πρόσωπα -σ’ έναν αγώνα τένις με μπαλάκι τις λέξεις- και θέτει αρχιτεκτονικά τις αντιπαραθέσεις τους. Στέκομαι όμως στη μετάφρασή της. Θα έπρεπε κανονικά να ενοχλεί με τους αγγλισμούς της (όπως αυτό το: «πάρε το χρόνο σου»). Και όμως, αυτή είναι η μετάφραση που λειτουργεί ερμηνευτικά ως προς τα πρόσωπα. Οι λέξεις τους μοιάζουν να μην πατώνουν στο βυθό της γλώσσας, να έχουν απολέσει την ψυχή τους στην άγρα του μεταμοντέρνου.

Σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι για τους ηθοποιούς να παίζουν απροστάτευτοι στο μέσον μιας σκηνής που δεν τους προσφέρει στήριγμα ούτε κρυψώνα. Θα ξεκινήσω από την Ιωάννα Παππά: χωρίς τους υπόλοιπους το «Cock» θα ήταν ίσως κατώτερο, χωρίς αυτήν όμως δεν θα υπήρχε. Το θέατρο κρατάει την ανάσα του καθώς πλουτίζει τη θηλυκότητα της γυναίκας που υποδύεται με το βάθος μιας ήρεμης απελπισίας. Ο σκηνικός της αντίπαλος, Μάκης Παπαδημητρίου, δείχνει ακόμη μια φορά πως διαθέτει πηγαίο, ανατρεπτικό χιούμορ. Η ευρύτατη υποκριτική γκάμα του τον βοηθάει να επενδύσει τον εξωτερικό κυνισμό του ρόλου με τη φόδρα της ανασφάλειας. Αναποφάσιστος, άγαρμπος και αξιαγάπητος ο Τζον του Δημήτρη Μοθωναίου. Ο πατέρας Γιώργος Κοτανίδης μεταφέρει τη διάσταση ενός νεοσυντηρητισμού που έχει κάνει την ορθή προοδευτικότητα νέο σύστημα ταυτοποίησης. Διασκεδαστική και διόλου επιπόλαιη βραδιά θεάτρου.*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • Παραστάσεις, συνεντεύξεις, κριτική, αφιερώματα και ό,τι συμβαίνει πάνω και κάτω από τις αθηναϊκες θεατρικές σκηνές. Τι παίζεται τώρα στο Λονδίνο και στο Broadway.

  • Αρχείο

  • Εγγραφείτε για να λαμβάνετε στο email σας όλα τα νέα άρθρα.

    Μαζί με 12 ακόμα followers

  • ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

  • wordpress hit counter
Αρέσει σε %d bloggers: